Παρόλο που η ανθρωπότητα είναι αμαρτωλή και διεφθαρμένη (Ρωμαίους 3:23), ο Θεός είναι αγάπη (Α΄ Ιωάννη 4:8). Και μέσα στην αγάπη Του για εμάς, είχε ήδη καταστρώσει ένα σχέδιο «πριν από τη δημιουργία τού κόσμου» (Εφεσίους 1:3–14), ώστε να λυτρώσει την ανθρωπότητα από την αμαρτία.
Στο επίκεντρο αυτού του σχεδίου βρίσκεται ο μονογενής Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος γεννήθηκε από παρθένο, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και πέθανε στη θέση μας, αναλαμβάνοντας τις αιώνιες συνέπειες της αμαρτίας ώστε να μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε με τον Θεό (Ιωάννης 3:16).
Μέσω Αυτού η ανθρωπότητα μπορεί να λάβει εξιλέωση για τις αμαρτίες της, επειδή Εκείνος δέχθηκε να γίνει ο Αντικαταστάτης μας και να υπομείνει την καταδίκη που διαφορετικά θα βάραινε εμάς.
Κατά την επίγεια ζωή Του, ο Ιησούς έζησε επίσης μια αναμάρτητη ζωή γεμάτη αγάπη, προσφέροντάς μας το τέλειο παράδειγμα για το πώς καλούμαστε να ζούμε.
Η ζωή, ο θάνατος και η ανάστασή Του άνοιξαν τον δρόμο για τη σωτηρία μας και μας αποκαλύπτουν τι σημαίνει πραγματικά αγάπη.
Ας δούμε πιο αναλυτικά:
Θεμελιώδες Πιστεύω 9: Η ζωή, ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού
Μέσα από τη ζωή του Χριστού, την τέλεια υπακοή Του στο θέλημα του Θεού, τα πάθη, τον θάνατο και την ανάστασή Του, ο Θεός προσέφερε το μοναδικό μέσο εξιλέωσης για την ανθρώπινη αμαρτία, ώστε όσοι δέχονται με πίστη αυτή την εξιλέωση να έχουν αιώνια ζωή και ολόκληρη η δημιουργία να κατανοήσει πληρέστερα την άπειρη και άγια αγάπη του Δημιουργού.
Αυτή η τέλεια εξιλέωση δικαιώνει τη δικαιοσύνη του νόμου του Θεού και αποκαλύπτει τον γεμάτο χάρη χαρακτήρα Του, επειδή αφενός καταδικάζει την αμαρτία μας και αφετέρου εξασφαλίζει τη συγχώρησή μας.
Ο θάνατος του Χριστού είναι υποκαταστατικός και εξιλαστήριος, φέρνοντας συμφιλίωση και μεταμόρφωση.
Η σωματική ανάσταση του Χριστού διακηρύσσει τη νίκη του Θεού πάνω στις δυνάμεις του κακού και, για όσους δέχονται την εξιλέωση, αποτελεί τη διαβεβαίωση της τελικής τους νίκης απέναντι στην αμαρτία και τον θάνατο.
Διακηρύσσει επίσης την κυριαρχία του Ιησού Χριστού, μπροστά στον οποίο θα γονατίσει κάθε γόνατο στον ουρανό και στη γη.
(Γέν. 3:15 · Ψαλμ. 22:1 · Ησ. 53 · Ιωάν. 3:16 · 14:30 · Ρωμ. 1:4 · 3:25 · 4:25 · 8:3–4 · Α΄ Κορ. 15:3–4, 20–22 · Β΄ Κορ. 5:14–15, 19–21 · Φιλ. 2:6–11 · Κολ. 2:15 · Α΄ Πέτρ. 2:21–22 · Α΄ Ιωάν. 2:2 · 4:10)
Ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού, γεννιέται ως άνθρωπος στη γη
Ο Ιησούς ήρθε για να βιώσει την ανθρώπινη ζωή όπως εμείς, ως πραγματικός άνθρωπος. Από αγάπη για τον καθένα μας, επέλεξε να αφήσει τη δόξα Του (Φιλιππησίους 2:6–8) και δεν έζησε την επίγεια ζωή Του με κάποιο πλεονέκτημα που θα Τον απάλλασσε από τις πραγματικές δυσκολίες και δοκιμασίες της ανθρώπινης ύπαρξης (Ησαΐας 53:2).
«Ο Λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε ανάμεσά μας…» (Ιωάννης 1:14). Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι έπαψε να είναι Θεός. Ο Ιησούς παρέμενε πλήρως Θεός (Ιωάννης 1:1).
Η αλήθεια ότι ο Ιησούς είναι πλήρως Θεός και πλήρως άνθρωπος μπορεί να είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Ήταν όμως απαραίτητη στο σχέδιο του Θεού για να μας ελευθερώσει από τη δύναμη της αμαρτίας, ενώ γύρω μας συνεχίζεται η «Μεγάλη Διαμάχη» — η σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και το κακό που επηρεάζει καθημερινά τη ζωή μας.
Έτσι, ο Ιησούς, ως μέρος της Θεότητας, έπρεπε να ζήσει μια τέλεια ζωή. Με αυτόν τον τρόπο, το αθώο αίμα Του μπορούσε να γίνει η εξιλέωση για τις αμαρτίες μας και να ανοίξει για εμάς τον δρόμο προς την αιώνια ζωή.
Στους Φιλιππησίους 2:6–8 διαβάζουμε ότι, παρόλο που ο Ιησούς είναι Θεός, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και ήρθε για να μας υπηρετήσει — να μας αποκαλύψει την αγάπη του Θεού και να γίνει το παράδειγμά μας. Υπηρέτησε τους ανθρώπους μέσα από μια ζωή τέλειας υπακοής. Υπάκουσε στον Πατέρα σε όλα, ακόμη και όταν αυτή η υπακοή Τον οδήγησε στον ταπεινωτικό θάνατο του σταυρού.
Ο Ιησούς αντιμετώπισε τις ίδιες δοκιμασίες που αντιμετωπίζουμε κι εμείς
Αν ο Ιησούς χρησιμοποιούσε τη θεότητά Του ως πλεονέκτημα για να αποφύγει τις πραγματικές δοκιμασίες της ανθρώπινης ζωής, τότε η ζωή, ο θάνατος και η ανάστασή Του δεν θα είχαν την ίδια σημασία για εμάς. Ο Χριστός ήρθε για να αποκαλύψει την αγάπη και τη δικαιοσύνη του Θεού Πατέρα.
Ο θάνατός Του στη θέση μας δεν θα είχε το ίδιο νόημα αν χρησιμοποιούσε τη θεία Του δύναμη για να παρακάμπτει τον πειρασμό. Αντιμετώπισε κάθε είδους πειρασμό και δυσκολία που γνωρίζει ο άνθρωπος (Εβραίους 4:15) και στηρίχθηκε στη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Και η ίδια αυτή δύναμη είναι διαθέσιμη και σε εμάς (Ρωμαίους 8:26–27).
Ο Ιησούς μπορεί να κατανοήσει κάθε αγώνα μας, επειδή ο ίδιος πέρασε μέσα από πραγματικές ανθρώπινες δοκιμασίες για χάρη μας.
Ας δούμε πώς ήταν η ζωή Του:
Γεννήθηκε σε ταπεινές συνθήκες
Ήδη από τον Κήπο της Εδέμ, αμέσως μετά την αμαρτία του Αδάμ και της Εύας, ο Θεός τούς έδωσε την υπόσχεση ενός Σωτήρα. Παρά τις πολλές προφητείες που προανήγγειλαν την αποστολή του Ιησού ως «Αμνού του Θεού», οι περισσότεροι άνθρωποι περίμεναν κάτι εντελώς διαφορετικό. Αναζητούσαν έναν ισχυρό βασιλιά που θα τους απελευθέρωνε από τη ρωμαϊκή καταπίεση.
Η Αγία Γραφή, όμως, ήταν σαφής: θα γεννιόταν από παρθένο (Ησαΐας 7:14 · 9:6), στην πόλη της Βηθλεέμ (Μιχαίας 5:2). Η μητέρα Του, η Μαρία, Τον γέννησε σε ταπεινές συνθήκες και Τον έβαλε σε μια φάτνη (Λουκάς 2:7).
Οι πρώτοι που ήρθαν να Τον υποδεχθούν ήταν απλοί ποιμένες, τους οποίους οδήγησαν εκεί οι άγγελοι (Λουκάς 2:15–20).
Δεν μεγάλωσε μέσα σε προνόμια
Από αυτές τις ταπεινές απαρχές, ο Ιησούς μεγάλωσε στη Ναζαρέτ, μια πόλη χωρίς ιδιαίτερο κύρος και μάλλον κακής φήμης (Ιωάννης 1:46).
Από όσα γνωρίζουμε μέσα από την Αγία Γραφή, ο Ιησούς μεγάλωσε ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους. Περνούσε χρόνο με τη μητέρα Του, μαθαίνοντας τις Γραφές, και εργαζόταν δίπλα στον πατέρα Του, μαθαίνοντας την τέχνη του (Μάρκος 6:3).
Μεγάλωνε επίσης μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις και ήδη από μικρή ηλικία είχε επίγνωση της αποστολής Του (Λουκάς 2:49).
«Kαι ο Iησούς προόδευε σε σοφία, και ηλικία, και χάρη μπροστά στον Θεό και τους ανθρώπους» (Λουκάς 2:52).
Έζησε χωρίς σπίτι και περιουσία
Ως ενήλικος, ο Ιησούς αφιερώθηκε στη διακονία Του αντί να επιδιώξει πλούτο ή να δημιουργήσει μια άνετη ζωή για τον εαυτό Του. «έγινε για σας φτωχός» (Β΄ Κορινθίους 8:9) και δεν είχε «πού να γείρει το κεφάλι» (Λουκάς 9:58).
Αντιμετώπισε εχθρότητα από θρησκευτικούς ηγέτες
Ο Ιησούς αναφερόταν συνεχώς στις Γραφές, κήρυττε την αγάπη, θεράπευε τους ασθενείς και καλούσε τους ανθρώπους να μετανοήσουν από τις αμαρτίες τους και να στρέψουν τη ζωή τους προς τον Θεό. Οι Φαρισαίοι, όμως, ενοχλούνταν από την επιρροή που αποκτούσε.
Η υπερηφάνεια και η υποκρισία τους τούς οδήγησαν να παρακολουθούν κάθε Του κίνηση (Μάρκος 2:16) και να αναζητούν τρόπους να Τον κατηγορήσουν (Λουκάς 13:12–16).
Πειράστηκε από τον ίδιο τον διάβολο
Ο Ιησούς αντιμετώπισε ακόμη και άμεσο πειρασμό από τον Σατανά, ο οποίος προσπάθησε να Τον κάνει να αμφιβάλλει για το ποιος ήταν και για την αποστολή που είχε έρθει να εκπληρώσει στη γη (Ματθαίος 4:1–11).
Η διακονία του Χριστού στη γη
Όταν ο Ιησούς ήταν περίπου 30 ετών, άρχισε την επίγεια διακονία Του. Με αποστολή να «ζητήσει και να σώσει το χαμένο» (Λουκάς 19:10), έζησε το υπόλοιπο της ζωής Του «παίρνοντας δούλου μορφή» (Φιλιππησίους 2:7), υπηρετώντας τους ανθρώπους γύρω Του.
Παρόλο που δεν διέθετε κανένα από τα προνόμια που συνήθως θεωρεί σημαντικά ο κόσμος, ο Ιησούς έδινε απλόχερα. Έδινε τον χρόνο Του. Έδινε τις δυνάμεις Του. Πρόσφερε ειρήνη και θεραπεία. Πρόσφερε αγάπη.
Η Αγία Γραφή καταγράφει πολλά παραδείγματα ανθρώπων που θεράπευσε. Έδωσε την όραση σε τυφλούς (Ματθαίος 20:30), θεράπευσε κωφούς και άλαλους (Μάρκος 7:31–37), καθώς και παραλυτικούς (Λουκάς 5:17–26). Θεράπευσε ανθρώπους από ασθένειες (Μάρκος 5:25–34) και από λέπρα (Λουκάς 17:11–19).
Έβγαλε επίσης δαιμόνια (Ματθαίος 8:16) και ακόμη ανέστησε νεκρούς (Λουκάς 7:11–17).
«τα πλήθη θαύμασαν βλέποντας κουφούς να μιλούν, κουλούς υγιείς, χωλούς να περπατούν, και τυφλούς να βλέπουν» (Ματθαίος 15:30–31).
Ο Ιησούς ταξίδευε επίσης σε διαφορετικές πόλεις και περιοχές, συναντώντας ανθρώπους από διαφορετικές κοινότητες, «διδάσκοντας στις συναγωγές τους, και κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας, και θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε ασθένεια» (Ματθαίος 9:35).
Τα κηρύγματα και οι παραβολές Του συχνά συγκέντρωναν μεγάλα πλήθη (Ματθαίος 5–7). Αφιέρωνε ιδιαίτερο χρόνο για να μεταφέρει τα καλά νέα στους φτωχούς (Ματθαίος 11:5) και σε πολλούς άλλους που η κοινωνία περιθωριοποιούσε. Περνούσε περισσότερο χρόνο με απλούς ανθρώπους παρά με όσους κατείχαν υψηλές θέσεις — αρκετοί από τους οποίους χαρακτηρίζονταν από υπερηφάνεια και διαφθορά.
Παράλληλα, ο Ιησούς δεν δίσταζε να αντιμετωπίσει τη λανθασμένη θρησκευτική καθοδήγηση της εποχής Του (Ματθαίος 23 · Ιωάννης 8:1–11), ενώ ταυτόχρονα εκπαίδευε τους μαθητές Του ώστε να συνεχίσουν το έργο Του μετά τον θάνατό Του (Ματθαίος 11:1 · 28:16–20).
Μέσα σε όλη αυτή τη δραστηριότητα, ο Ιησούς έδινε ιδιαίτερη σημασία και στις προσωπικές Του σχέσεις με τους μαθητές. Περνούσαν χρόνο μαζί στα ταξίδια τους αλλά και στα σπίτια των οικογενειών τους, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλον πιο βαθιά (Ματθαίος 8:14 · Μάρκος 1:29).
Έβρισκε επίσης χρόνο για προσωπικές συζητήσεις με ανθρώπους που Τον χρειάζονταν (Ιωάννης 3:1–21). Κατανοούσε τις ανάγκες τους και ανταποκρινόταν με συμπόνια.
Έδωσε τροφή στους πεινασμένους (Ιωάννης 6:1–14).
Άγγιξε εκείνους που οι άλλοι απέφευγαν να αγγίξουν (Ματθαίος 8:3).
Κάθισε στο ίδιο τραπέζι με ανθρώπους που η κοινωνία είχε απορρίψει (Λουκάς 15:1).
Καλωσόρισε τα παιδιά κοντά Του (Ματθαίος 19:14).
Μέχρι και την τελευταία στιγμή, κάθε πτυχή της ζωής και της διακονίας του Ιησού αποτελούσε αποκάλυψη της αγάπης του Πατέρα για εμάς (Ιωάννης 14:9–11). Κάθε πράξη και κάθε λόγος Του είχαν έναν σκοπό: να μας οδηγήσουν ξανά στη σχέση που ο Θεός είχε εξαρχής σχεδιάσει να έχει μαζί μας.
Ο θάνατος του Χριστού
Ο υποκαταστατικός θάνατος του Ιησού Χριστού είναι η ύψιστη θυσία — η πιο ανιδιοτελής και γεμάτη αγάπη πράξη που θα μπορούσε να γίνει για την ανθρωπότητα.
«Mεγαλύτερη από τούτη την αγάπη δεν έχει κανένας, το να βάλει κάποιος την ψυχή του για χάρη των φίλων του» (Ιωάννης 15:13).
Οι Ισραηλίτες πρόσφεραν θυσίες στον ναό ως μέρος της λατρευτικής τους ζωής. Οι θυσίες αυτές προεικόνιζαν «ο Aμνός τού Θεού, ο οποίος σηκώνει την αμαρτία τού κόσμου» (Ιωάννης 1:29 · Λευιτικό 17:11).
Ακόμη και οι μαθητές Του, όμως, ήταν τόσο επικεντρωμένοι στις άμεσες προσδοκίες τους, ώστε δεν κατάλαβαν πλήρως τι επρόκειτο να συμβεί, παρόλο που ο Ιησούς τούς το είχε εξηγήσει ξεκάθαρα (Ματθαίος 16:21–23). Η αποστολή Του ήταν να σώσει τον κόσμο από την αμαρτία, όχι απλώς να απελευθερώσει τους Ιουδαίους από τη ρωμαϊκή κυριαρχία.
Η ώρα είχε πλέον έρθει για να ολοκληρωθεί το τελικό μέρος της επίγειας διακονίας Του. Καθώς γιόρταζε το Πάσχα (Έξοδος 12) μαζί με τους μαθητές Του, γνώριζε ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο δείπνο που θα μοιραζόταν μαζί τους πριν από τον θάνατό Του.
Ο ίδιος ήταν ο Αμνός της θυσίας (Λουκάς 22:15 · Α΄ Κορινθίους 5:7), προς τον οποίο έδειχναν οι τελετουργικές θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης. Και γνώριζε ότι το σχέδιο των θρησκευτικών ηγετών για να Τον θανατώσουν είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή (Ματθαίος 26:15 · 26:23–25).
Έτσι, κατά τη διάρκεια αυτού του γεύματος, που σήμερα γνωρίζουμε ως Δείπνο του Κυρίου, ο Ιησούς προσπάθησε για άλλη μια φορά να εξηγήσει στους μαθητές Του γιατί έπρεπε να πεθάνει.
«Tούτο είναι το σώμα μου, που δίνεται για σας… τούτο είναι το αίμα μου, αυτό τής καινούργιας διαθήκης, που χύνεται χάρη πολλών για άφεση αμαρτιών» (Λουκάς 22:19 · Ματθαίος 26:28).
Ακόμη και στη συνέχεια της αφήγησης του Ματθαίου 26, ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές δεν είχαν κατανοήσει πλήρως ότι ο Ιησούς έπρεπε να πληρώσει το τίμημα της αμαρτίας μας, ώστε εμείς, παρόλο που είμαστε αμαρτωλοί, να μπορέσουμε να αποκατασταθούμε στη σχέση μας με τον Θεό και να ανήκουμε ξανά στην οικογένειά Του.
Αργότερα, όμως, ο Πέτρος κατανόησε βαθιά τη σημασία αυτής της θυσίας και έγραψε:
«ξέροντας ότι δεν λυτρωθήκατε από τη μάταιη πατροπαράδοτη διαγωγή σας με φθαρτά, με ασήμι ή με χρυσάφι, αλλά με το πολύτιμο αίμα τού Xριστού, ως αμνού χωρίς ψεγάδι και χωρίς κηλίδα» (Α΄ Πέτρου 1:18–19).
Ο Χριστός πέθανε στη θέση μας με τον θάνατο που επιβαλλόταν στους εγκληματίες (Φιλιππησίους 2:8). Η σταύρωση ήταν μια από τις πιο σκληρές ποινές και προοριζόταν για τους χειρότερους παραβάτες. Οι διεφθαρμένοι θρησκευτικοί ηγέτες της εποχής καταχράστηκαν την εξουσία τους για να παρουσιάσουν τον Ιησού ως εγκληματία.
Ο Ιησούς σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο ληστές (Ματθαίος 27:38). Ο ένας από αυτούς αναγνώρισε ποιος ήταν ο Ιησούς και ζήτησε σωτηρία. Η ιστορία του ληστή πάνω στον σταυρό μάς δείχνει επίσης ότι ποτέ δεν είναι αργά για να δεχθούμε το δώρο της χάρης: «Σε διαβεβαιώνω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο» (Λουκάς 23:43).
Αυτό γίνεται ακόμη πιο συγκλονιστικό αν σκεφτούμε ότι εμείς, ως αμαρτωλοί, έχουμε παραβεί τον νόμο του Θεού, ενώ ο Ιησούς δεν είχε διαπράξει καμία αμαρτία (Ησαΐας 53:9). Κι όμως, επέλεξε οικειοθελώς να αναλάβει τις συνέπειες που ανήκαν σε εμάς.
«Aυτή είναι η εντολή μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. Mεγαλύτερη από τούτη την αγάπη δεν έχει κανένας, το να βάλει κάποιος την ψυχή του για χάρη των φίλων του» (Ιωάννης 15:12–13).
Ο θάνατος του Ιησού στον σταυρό ήταν η ύψιστη έκφραση της αγάπης του Θεού (Ιωάννης 10:30).
Όταν ο Χριστός πέθανε, το καταπέτασμα του ναού, που χώριζε τα Άγια από τα Άγια των Αγίων, σκίστηκε στα δύο (Ματθαίος 27:50–51). Το σύστημα των θυσιών, που προεικόνιζε τον θάνατο του Χριστού, είχε πλέον εκπληρώσει τον σκοπό του.
Δεν χρειαζόμαστε πλέον έναν επίγειο ιερέα για να μεσολαβεί ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό, αλλά μπορούμε να πλησιάζουμε τον Θεό απευθείας χάρη σε όσα έκανε ο Ιησούς για εμάς (Εβραίους 10:16–22). Η πρόσβαση στην παρουσία του Θεού είναι πλέον ανοιχτή για όλους μέσω του Χριστού.
Η αμαρτία μάς είχε χωρίσει από τον Θεό (Ησαΐας 59:2), όμως Εκείνος μάς επέλεξε παρά το τίμημα. Μας αγαπά, χαίρεται για εμάς και θέλημά Του ήταν να αποκατασταθούμε σε μια σχέση αγάπης μαζί Του (Α΄ Ιωάννη 4:10).
Η ανάσταση του Χριστού
Έχουμε έναν Θεό που όχι μόνο είναι πρόθυμος να φτάσει τόσο μακριά για να μας σώσει, αλλά έχει και τη δύναμη να νικήσει τον θάνατο. Η ιστορία του Χριστού δεν τελειώνει με τον θάνατο, αλλά με την ανάσταση και τη ζωή.
«Eπειδή, εν πρώτοις, σας παρέδωσα εκείνο, το οποίο και παρέλαβα, ότι ο Xριστός πέθανε εξαιτίας των αμαρτιών μας σύμφωνα με τις γραφές· και ότι θάφτηκε, και ότι την τρίτη ημέρα αναστήθηκε, σύμφωνα με τις γραφές… Aλλά, τώρα, ο Xριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς· έγινε η απαρχή αυτών που έχουν κοιμηθεί. Eπειδή, βέβαια, διαμέσου ανθρώπου ήρθε ο θάνατος, έτσι και διαμέσου ανθρώπου η ανάσταση των νεκρών. Eπειδή, όπως όλοι πεθαίνουν λόγω συγγένειας με τον Aδάμ, έτσι και όλοι θα ζωοποιηθούν ερχόμενοι σε συγγένεια με τον Xριστό» (Α΄ Κορινθίους 15:3–4, 20–22).
Ο Σωτήρας μας νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο. Αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και, αντί να εμφανιστεί πρώτα μπροστά σε πλήθη ή σε ισχυρούς ανθρώπους, φανερώθηκε αρχικά σε γυναίκες (Μάρκος 16:7 · Ιωάννης 20:11–18). Ανάμεσά τους ήταν και η Μαρία η Μαγδαληνή, μια γυναίκα που είχε γνωρίσει την κοινωνική απόρριψη.
Γιατί, λοιπόν, ο Ιησούς επέλεξε να εμφανιστεί πρώτα σε εκείνη; Μια ενδιαφέρουσα απάντηση μπορεί να βρεθεί στις παραλληλίες ανάμεσα στο Ιωάννης 20 και στη Γένεση 3.
Και οι δύο αφηγήσεις εκτυλίσσονται σε έναν κήπο. Και στις δύο συναντούμε μια γυναίκα. Η μία δημιουργήθηκε χωρίς αμαρτία, αλλά εξαπατήθηκε και μέσα από την επιλογή της η αμαρτία εισήλθε στον κόσμο. Η άλλη ήταν αμαρτωλή, αλλά αναζήτησε συγχώρηση και αποκατάσταση.
Η Εύα ένιωσε ντροπή και προσπάθησε να κρυφτεί από τον Θεό μέσα στον κήπο. Η Μαρία, όταν συνειδητοποίησε ότι εκείνος που νόμιζε πως ήταν ο κηπουρός ήταν ο Ιησούς, θέλησε να Τον αγκαλιάσει μέσα στον κήπο του τάφου.
Στη Γένεση 3, άγγελοι τοποθετήθηκαν για να εμποδίσουν την πρόσβαση στο Δέντρο της Ζωής. Στο Ιωάννης 20, άγγελοι βρίσκονται εκεί για να αναγγείλουν ότι ο Ιησούς αναστήθηκε — ότι Εκείνος είναι πράγματι «ο δρόμος, και η αλήθεια, και η ζωή» (Ιωάννης 14:6).
Ο Θεός θέλει να γνωρίζουμε ότι η κατάρα της Εδέμ έχει νικηθεί οριστικά μέσω του Χριστού.
«Γι’ αυτό, όπως διαμέσου ενός ανθρώπου η αμαρτία μπήκε μέσα στον κόσμο, και με την αμαρτία ο θάνατος, και με τον τρόπο αυτό ο θάνατος πέρασε μέσα σε όλους τούς ανθρώπους, για τον λόγο ότι όλοι αμάρτησαν… Όπως, λοιπόν, εξαιτίας ενός αμαρτήματος ήρθε κατάκριση σε όλους τούς ανθρώπους, έτσι και εξαιτίας μιας δικαιοσύνης ήρθε σε όλους τούς ανθρώπους δικαίωση για ζωή. Eπειδή, όπως με την παρακοή τού ενός ανθρώπου οι πολλοί καταστάθηκαν αμαρτωλοί, έτσι και με την υπακοή τού ενός οι πολλοί θα κατασταθούν δίκαιοι» (Ρωμαίους 5:12, 18–19).
Η ανάστασή Του αποτελεί τη νίκη απέναντι στο κακό και τον θάνατο. Ο Ιησούς συνέτριψε το κεφάλι του φιδιού (Γένεση 3:15). Όταν είπε «Τετέλεσται», το έργο της σωτηρίας είχε ολοκληρωθεί (Ιωάννης 19:30).
Αναπαύθηκε στον τάφο κατά το Σάββατο και την επόμενη ημέρα αναστήθηκε νικητής, για να καθίσει στα δεξιά του Πατέρα (Εβραίους 1:3).
«“Θάνατε, πού είναι το κεντρί σου; Άδη, πού είναι η νίκη σου;”. Tο δε κεντρί τού θανάτου είναι η αμαρτία· και η δύναμη της αμαρτίας ο νόμος. Aλλά, ευχαριστία ανήκει στον Θεό, ο οποίος μάς δίνει τη νίκη διαμέσου τού Kυρίου μας Iησού Xριστού» (Α΄ Κορινθίους 15:55–57).
Ο Σατανάς αμφισβήτησε κακόβουλα τον τέλειο και γεμάτο αγάπη χαρακτήρα του Θεού. Μέσα όμως στην άπειρη σοφία Του, ο Θεός επέτρεψε στην αμαρτία να αποκαλύψει τις πραγματικές της συνέπειες, ώστε να μη μείνει καμία αμφιβολία για την αγαθότητά Του. Στον σταυρό, το κακό στην πιο ακραία του έκφραση ήρθε αντιμέτωπο με την αγάπη στην πληρότητά της — και ο Θεός νίκησε.
Ο Σατανάς είχε εξουσία πάνω μας εξαιτίας της αμαρτίας, αφού όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Ο Ιησούς, όμως, έσπασε τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου.
«Aυτός που πράττει την αμαρτία είναι από τον διάβολο, επειδή ο διάβολος απαρχής αμαρτάνει. Γι’ αυτό φανερώθηκε ο Yιός τού Θεού, για να καταστρέψει τα έργα τού διαβόλου» (Α΄ Ιωάννη 3:8).
Ο Ιησούς νίκησε την αμαρτία. Μας διαβεβαιώνει ότι μέσω του αίματός Του έχουμε συμφιλιωθεί με τον Θεό (Κολοσσαείς 1:20). Γι’ αυτό μπορούμε να προσμένουμε με ελπίδα τη Δευτέρα Παρουσία Του και την τελική κρίση.
«Eπειδή, αν πιστεύουμε ότι ο Iησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, αυτούς που κοιμήθηκαν με πίστη στον Iησού, θα τους φέρει μαζί του. Eπειδή, σας λέμε τούτο διαμέσου τού λόγου τού Kυρίου, ότι εμείς που ζούμε, όσοι απομένουμε στην παρουσία τού Kυρίου, δεν θα προλάβουμε αυτούς που κοιμήθηκαν·
δεδομένου ότι, ο ίδιος ο Kύριος θα κατέβει από τον ουρανό με πρόσταγμα, με φωνή αρχαγγέλου, και με σάλπιγγα Θεού, και αυτοί που πέθαναν εν Xριστώ θα αναστηθούν πρώτα· έπειτα, εμείς που ζούμε, όσοι απομένουμε, θα αρπαχτούμε, ταυτόχρονα, μαζί τους, με σύννεφα, σε συνάντηση του Kυρίου στον αέρα·
και έτσι, θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Kύριο. Λοιπόν, να παρηγορείτε ο ένας τον άλλον μ’ αυτά τα λόγια» (Α΄ Θεσσαλονικείς 4:14–18 · βλ. επίσης Αποκάλυψη 20:6).
Η τέλεια ζωή του Ιησού, ο ανιδιοτελής θάνατός Του και η νικηφόρα ανάστασή Του είναι το Ευαγγέλιο — τα καλά νέα. Η ιστορία Του είναι μια ιστορία θεραπείας, ελπίδας και αγάπης· μια ιστορία που εμείς, ως αμαρτωλοί, έχουμε βαθιά ανάγκη.
Ο Ιησούς στάλθηκε στη γη για να μας αποκαλύψει τον αληθινό χαρακτήρα του Θεού. Και η κατανόηση του χαρακτήρα Του αποτελεί τη βάση για μια πραγματική σχέση μαζί Του.
Ο Θεός Πατέρας έστειλε τον Ιησού για να «ζητήσει και να σώσει το χαμένο» (Λουκάς 19:10), επειδή σε αγαπά.
«Eπειδή, με τέτοιον τρόπο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Yιό του τον μονογενή, για να μη χαθεί καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή. Δεδομένου ότι, ο Θεός δεν απέστειλε τον Yιό του στον κόσμο, για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος διαμέσου αυτού» (Ιωάννης 3:16–17).
